Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

«Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα της Μεσσαπίας» (του Νίκου Καρατζά)





Η παράδοση και η πρόοδος, μολονότι φαίνονται έννοιες ασυμβίβαστες, καθώς η μία αναφέρεται στο παρελθόν και η άλλη στο παρόν και στο μέλλον, δεν είναι παρά εκδηλώσεις της ίδιας, ενιαίας και συνεχούς ζωής του ανθρώπου και της κοινότητας στην οποία ζει.

Παράδοση είναι τα πολιτιστικά στοιχεία του παρελθόντος που, αναβιώνοντας ή και επιβιώνοντας από εποχή σε εποχή διαιωνίζονται και διαμορφώνουν τα ιδιαίτερα διακριτικά γνωρίσματα των εθνών. Η αυθεντικότερη έκφραση ενός έθνους είναι η πνευματική του ζωή, η παρελθούσα και η σύγχρονη. Οι ρίζες, τα ήθη και τα έθιμα μιας περιοχής αποτελούν την πολυτιμότερη παρακαταθήκη και τα ισχυρότερα θεμέλια πάνω στα οποία θα οικοδομηθεί η νέα κοινότητα.

Στην σημερινή εποχή η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι πολυδιάστατη, πολύμορφη με ταχύτατες αλλαγές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι να αλλοτριώνονται και οι παραδόσεις μας να χάνονται και να περνούν στη λήθη.

Η περιοχή της Μεσσαπίας, από τα βάθη των χρόνων, έχει διατηρήσει την ιδιοπροσωπίας της, κρατά τις παραδόσεις της, καθυστερώντας λίγο «το ρεύμα» της αλλαγής.

Τα έθιμα της περιόδου των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ακόμη και σήμερα διατηρούνται σε πολλές περιοχές.



Χριστούγεννα: Η προσμονή για τη μεγάλη γιορτή εορτή των Χριστουγέννων άρχιζε από μέρες. Η μεγάλη διάρκεια της νηστείας συγχρόνως με τη δουλειά, έφερνε σε όλους κάποια σωματική εξάντληση που συνοδευόταν από ψυχική ανάταση προετοιμάζοντας πνευματικά.

Ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού, από τις πρώτες μέρες της νηστείας, άρχιζε να κουβαλάει αγαθά στο σπίτι. Προηγούνταν η αγορά και το θρέψιμο του θρεφταριού (χοιρινού) με επιμέλεια, γιατί ο καλός νοικοκύρης λογαριάζονταν ανάλογα με το θρεφτάρι. Αν δεν υπήρχαν από δική τους σοδιά, αγοράζονταν και μήλα, πορτοκάλια, χρειαζούμενα για την χριστόπιτα και τα γλυκίσματα. Αποκορύφωμα της προετοιμασίας ήταν το χάλασμα (σφάξιμο) του θρεφταριού και το ψήσιμο της χριστόπιτας που ήταν στολισμένη (ξόμπλιασμα). Φαγητά των ημερών ήταν τα λουκάνικα, οι ματιές, οι μπούμπες ή μπαμπίτσες (χοιρινό έντερο γεμισμένο με πλιγούρι και ρύζι), πηχτές, πασπαλάδες, λίπος χοιρινό και κομμάτια κρέας για σούβλισμα (σουβλιμάδες).

Παρόλο που τα Χριστούγεννα βρίσκονται πολύ κοντά στον ερχομό του νέου έτους, δεν θεωρούνταν η πρώτη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αλλά το Πάσχα. Με τέτοια συνείδηση εορτάζονταν και σε όλη την περιοχή της Μεσσαπίας.



Περίοδος των Σκαλήμπιδων: Με αυτό το όνομα στην περιοχή εννοούνται οι Καλικάντζαροι. Σκαλήμπος =Σκαλ+πους, δηλαδή σκαλόπους = κουτσοπόδης.

Σύμφωνα με τις δοξασίες είχαν ένα πόδι γαϊδουρινό και ένα ανθρώπινο πιο κοντό. Είχαν μορφή ακαθόριστη, ανθρώπινο μαύρο μαλλιαρό σώμα και άλλοτε είχαν κέρατα και άλλοτε όχι. Το πρόσωπό τους ήταν μαύρο από τις καπνοδόχους. Κατ’ αρχήν θεωρούνταν αγαθοποιά όντα και ότι επικοινωνούσαν αόρατα με τους ανθρώπους, αλλά μερικές φορές γίνονταν κακά.

Στους Σκαλήμπιδες απέδιδε η παράδοση της περιοχής τα δώρα της Πρωτοχρονιάς και όχι στον Αη-Βασίλη. Όμως, τα δώρα αυτά ποίκιλαν αν έπρεπε να νουθετηθούν τα παιδιά σε περίπτωση που δεν ήταν φρόνιμα, μη εργατικά ή επιμελή στα μαθήματά τους. Ακόμα, θεωρούνταν ότι βοηθούσαν τις ακαμάτρες νοικοκυρές στις δουλειές τους, πότιζαν τα ζωντανά όταν ξεχνούνταν απότιστα και άλλες δουλειές. Πολλές φορές για να δικαιολογηθούν οι παραλήψεις των νοικοκυραίων και οι απροσεξίες τους οι σκαλήμπιδες γίνονταν κακά πνεύματα που θέλανε να μαγαρίσουν τα σφαχτά ή έκαιγαν την βασιλόπιτα.

Πιστεύονταν ότι έρχονταν στη γη την περίοδο της νηστείας, έμπαιναν από τις καπνοδόχους στα σπίτια, στις στάνες και στους στάβλους. Έμεναν τις γιορτές και έφευγαν των Θεοφανείων υπό την απειλή του Σταυρού του ιερέα και τους εξορκισμούς του.



Έθιμα της Πρωτοχρονιάς: Στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του τόπου η γιορτή αυτή τοποθετούνταν μετά το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Ουσιαστικά η Πρωτοχρονιά ήταν η γιορτή του Αγίου Βασιλείου. Για το φαγοπότι έμεναν φαγητά από τη γιορτή των Χριστουγέννων, ενώ την παραμονή και την προπαραμονή ετοιμάζονταν κυρίως τα γλυκά. Η Βασιλόπιτα ήταν καθιερωμένη και άλλα συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι δίπλες, τα μελομακάρονα και ο μπακλαής. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν ήταν κυρίως από δική τους σοδειά, γι’ αυτό δύσκολα χρόνια φτώχιας, η βασιλόπιτα ήταν σκέτο ψωμί, περισσότερο στολισμένη -με πέντε καρύδια σταυρωτά, κάποια καλλιτεχνήματα και αλειμμένη με χτυπημένο κρόκο αυγού- παρά γευστική. Οι δε δίπλες ήταν πασπαλισμένες με σουσάμι ή βουτηγμένες σε μέλι με λίγο ψιλοκομμένο καρύδι από πάνω. Για το τραπέζι της ημέρας συνηθίζονταν η βραστή κότα με τα απομεινάρια των φαγητών των Χριστουγέννων. Πολλές οικογένειες θρέφανε και γαλοπούλες κυρίως για να τις πουλήσουν, αλλά και για κατανάλωση.

Ένα άλλο έθιμο της περιοχής ήταν και το ελαφρύ χτύπημα στο κεφάλι των παιδιών, πριν ξυπνήσουν, με πέτρα καθαρή και φερμένη από το ποτάμι ή το πηγάδι ή με το γουδοχέρι και ένα κλαδί ελιάς. Το έθιμο γίνονταν για να είναι γερό το παιδί και ευλογημένο, όπως το ευλογημένο δέντρο της ελιάς τη νέα χρονιά και το αναλάμβαναν οι μητέρες ή οι γιαγιάδες.

Μετά το πρωινό ξύπνημα, τα παιδιά αναζητούσαν τα δώρα τους μέσα στις μαθητικές τους τσάντες που ήταν κρεμασμένες στον τοίχο. Τα δώρα τα έφερναν οι Σκαλήμπιδες και δεν ήταν άλλα από ξηρούς καρπούς και ένα πορτοκάλι όπου πάνω του ήταν καρφωμένο κατάλληλα ένα μεταλλικό νόμισμα, κατά προτίμηση ασημένιο. Για την νουθεσία των παιδιών που δεν ήταν επιμελή στα μαθήματά τους ή ήταν ανυπάκουα, δεν ήταν λίγες οι φορές που λάμβαναν πέτρες και χώματα και προσπαθούσαν να αλλάξουν για να μην επαναληφθεί το ίδιο την επόμενη χρονιά.



Θεοφάνεια: Πρωί-πρωί των Θεοφανείων έβγαιναν τα κορίτσια τραγουδώντας για την γιορτή (κάλαντα), αργότερα αυτό γίνονταν την παραμονή. Ύστερα, γίνονταν η λειτουργία και ο αγιασμός, όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας και αφού δεν υπάρχει λίμνη ή θάλασσα στο χωριό, ο Σταυρός ρίχνονταν σε κολυμπήθρα στον ναό. Στη συνέχεια, ο ιερέας γυρνούσε στους δρόμους και τα σπίτια και τα αγιάζει. Αυτή τη στιγμή πιστεύονταν ότι με το ράντισμα του αγιασμού, έφευγαν οι Σκαλήμπιδες.

Το βράδυ των Θεοφανείων έβγαιναν στους δρόμους άνδρες και μεγάλα παιδιά τραγουδώντας. Κρατούσαν στα χέρια τους ποιμενικές αγκούλες-γκλίτσες, ραβδιά και μπαστούνια για να προστατεύονται από το σκοτάδι, τα σκυλιά και τα γλιστρήματα αν υπήρχε χιόνι. Ακόμα παλιότερα, οι άντρες που λέγανε τα τραγούδια μαυρίζανε με καπνιά το πρόσωπό τους. Ίσως για προφύλαξη, να μην τους αναγνωρίζουν οι κατακτητές.

Περνούσαν από όλα τα σπίτια και τα μαντριά του χωριού, γι’ αυτό και οι τσομπάνηδες τους περίμεναν με χαρά και για να τους ευχαριστήσουν τους προσέφεραν κότες, κατσικάκια και αρνιά. Το τραγούδι που λέγανε ήταν ίδιο όπως σε όλη την Εύβοια, αλλά ανάλογα με το προσωπικό του σπιτιού, τροποποιούσαν μερικούς στίχους. Ακόμα, οι στίχοι τροποποιούνταν με περιπαιχτικούς στίχους σε περίπτωση που δεν άρεσαν τα δώρα που τους πρόσφεραν. Την άλλη μέρα τα δώρα αυτά έμπαιναν σε κοινό τραπέζι και γλεντούσαν όλοι μαζί μια και του Αγίου Ιωάννη ήταν αργία.



Πηγές:

-Τριάδας Ευβοίας, ο άνθρωπος, ο τόπος και η ιστορία του. Ι. Λουπίδου, Ν. Καρατζάς

-Τα Ψαχνά Ευβοίας, Κ. Τζαβάρας

– Η Ευβοϊκή Μεσσαπία., Λ. Παπακωνσταντίνου.





Νικόλαος Σπ. Καρατζάς

Ιστορικός – Αρχαιολόγος , ΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου